ΑΝΕΥΡΟΙ
ΥΠΗΚΟΟΙ
Τις Κυριακές
τα πρωινά, αλλόκοτα ξυπνάω
καμένη σάρκα
οσμίζομαι
κι από τη
ζέστη σκάω.
Ύπνος βαθύς ενοχικός κι Αυτός σαν εφιάλτης
μπροστά μου
εμφανίζεται
ατρόμητος αντάρτης.
Κάποιοι τον είπαν αετό και άγγελο Κυρίου
μα είν’ ο
αξιωματικός
Γρηγόρης
Αυξεντίου.
«Άθλιε!» μου ‘πε, «πώς
μπορείς, ήσυχα να κοιμάσαι;
Εμένα πώς με
ξέχασες;
Τίποτα δεν
θυμάσαι;»
Εγώ δεν ξέρω τι να πω και τι να απαντήσω
τη μίζερή
μου τη ζωή πως να τη συνεχίσω.
Αυτός ένδοξο
θάνατο σε πάνθεο ηρώων
κι εγώ να ζω σ’ ένα νησί άνευρων υπηκόων.
Ανδρέας Καπανδρέου


