Η συγγραφέας προσεγγίζει το βιβλίο ως ένα "παραμύθι αυτογνωσίας για μικρούς και μεγάλους", κάτι που δείχνει ότι δεν απευθύνεται μόνο στο καθαρά παιδικό κοινό, αλλά και σε αναγνώστες που αναζητούν μια πιο τρυφερή, συμβολική ανάγνωση για την αγάπη και τη σχέση τους γύρω τους.
Το κείμενο συνδυάζεται με έγχρωμο φωτογραφικό υλικό των Ανδρέα Εύζωνα, Χαράλαμπου Νικολαΐδη, αλλά και της ίδιας της Ελένης Καρβουνάρη. Αυτή η σύνθεση λόγου και εικόνας ενισχύει την αίσθηση ότι πρόκειται για μια καλλιτεχνική πρόταση με συναισθηματικό βάρος.
Κεντρικός πυρήνας του βιβλίου είναι η αγάπη ως πράξη αναγνώρισης, αποδοχής και εσωτερικής ωρίμανσης. Ο τίτλος του υποδηλώνει μια φωνή που μιλά με τρόπο προσωπικό και ταυτόχρονα προστατευτικό, σαν να προσφέρει ένα διαφορετικό, πιο βαθύ «σ’ αγαπώ» από εκείνο που συνηθίσαμε να ακούμε.




