24 Ιαν 2026

Το ποίημα "Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι" του Κώστα Ουράνη και το τραγούδι από τα Διάφανα Κρίνα

 


Το ποίημα "Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι" του Κώστα Ουράνη, δημοσιευμένο στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτυπώνει βαθιά μελαγχολία και μοναξιά, ενώ έγινε ευρέως γνωστό μέσα από τη μελοποίησή του από τους Διάφανα Κρίνα το 2000. Ο Κώστας Ουράνης, ψευδώνυμο του Κλέαρχου Νιάρχου (1890-1953), υπήρξε κεντρική φιγούρα της μεσοπολεμικής ποίησης, επηρεασμένος από τον Σαρλ Μπωντλαίρ.

Το ποίημα περιγράφει τον θάνατο του ποιητή σε μια κρύα, φθινοπωρινή στιγμή μοναξιάς, με βροχή και θορύβους δρόμου ως φόντο.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι / μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος· / στη στερνήν αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω / και τούς γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Περιγράφει αδιάφορη κηδεία, φίλους που συνεχίζουν χαρτιά και συνάδελφο δημοσιογράφο που γράφει σύντομο νεкρολογικό, ενώ οι γονείς του στο χωριό θρηνούν μόνοι. Κορυφώνεται με εικόνα από το Παρίσι, όπου μια ερωμένη του στέλνει γράμμα χωρίς να γνωρίζει ότι έχει πεθάνει.

Στους στίχους του ποιήματος κυριαρχεί η παρακμιακή ατμόσφαιρα της γενιάς του '20, με νοσταλγία, πλήξη και κοσμοπολιτισμό, εμπνευσμένο από Μπωντλαίρ: συμβολισμός, μελαγχολία και ανεκπλήρωτη φυγή. Το φθινόπωρο συμβολίζει μαρασμό, ενώ η μοναξιά εντείνεται από αστικά τοπία και ξένα έπιπλα. Ο ρυθμός είναι λυρικός, με επαναλήψεις που ενισχύουν την εμμονή στον θάνατο.

Μελοποιήθηκε από τους Διάφανα Κρίνα στο άλμπουμ "Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές" (2000), δίνοντας νέα πνοή στους στίχους σε ροκ ήχο και κάνοντας το ποίημα γνωστό σε νεότερο κοινό. Παραμένει ανθολόγιο σε σχολικά βιβλία και μελετάται ως δείγμα νεορομαντισμού.​​

 



Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μεσ’ στην κρύα μου κάμαρα, όπως έζησα μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν’ ακούω
και τον κούφιο τον θόρυβο που ανεβάζει ο δρόμος

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ’επιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεββάτι μου. Θε ναρθεί ο αστυνόμος
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ’ τους φίλους που παίζαμε πότε-πότε χαρτιά
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «-Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Εχει μέρες που χάθηκε!…»
Θ’ απαντήσει άλλος παίζοντας: «-Μ’ αυτός έχει πεθάνει».

Μια στιγμή θα κοιτάξουνε ο καθένας τον άλλον,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι,
θε να πουν: Τ’ ειν’ ο άνθρωπος!… Χτες ακόμα ζούσε!»
Και βουβά το παιγνίδι τους θ’ αρχινήσουνε πάλι.

Κάποιος θάναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψει
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένη,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, πούχε κάποτ’ εκδώσει
συλλογήν με ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτός θάναι ο στερνός της ζωής μου επιτάφιος.
Θα με κλάψουνε βέβαια μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσιους παπάδες
όπου θάναι όλοι οι φίλοι μου κι ίσως-ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη στο πολύβοο Παρίσι,
και μια Κίττυ θαρώντας πως την ξέχασα γι’ άλλην
θα μου γράψει ένα γράμμα -και νεκρό θα με βρίσει.


Βιογραφία Κώστα Ουράνη

Ο Κώστας Ουράνης γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1890 στην Κωνσταντινούπολη, γιος του Νικόλαου Νιάρχου από τα Πούλιθρα Κυνουρίας και της Αγγελικής Γιαννούση από το Λεωνίδιο. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Ροβέρτειο Σχολή και το Λύκειο Χατζηχρήστου στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1908 μετακόμισε στην Αθήνα και συνεργάστηκε με την εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στη Γαλλία, Ελβετία και Βέλγιο, προσβλήθηκε από φυματίωση στο Παρίσι και νοσηλεύτηκε στο Νταβός, όπου γνώρισε την πρώτη του σύζυγο Μανουέλα Σαντιάγκο· αργότερα παντρεύτηκε την Ελένη Νεγρεπόντη (Άλκης Θρύλος).

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος, διευθυντής στον Ελεύθερο Λόγο, ανταποκριτής και πρόξενος στη Λισαβόνα (1920-1924), ενώ ταξίδεψε εκτενώς και έγραψε ταξιδιωτικά έργα όπως "Sol y Sombra" και "Γλαυκοί Δρόμοι". Πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή στο σανατόριο Παπανικολάου, αφήνοντας πλούσιο έργο σε ποίηση, πεζογραφία, κριτική και μεταφράσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: