26 Ιουλ 2026

Το ποίημα «Καρτερούμεν» του Δημήτρη Λιπέρτη

 


Το ποίημα «Καρτερούμεν» γράφτηκε από τον Δημήτρη Λιπέρτη στις αρχές του 20ού αιώνα, πιθανότατα μετά το 1910, περίοδο κατά την οποία ο Κύπριος ποιητής ανέπτυξε έντονη πατριωτική θεματολογία, εμπνευσμένος από την υποδούλωση του νησιού και την ελπίδα της ελευθερίας. Το έργο εντάσσεται στα πατριωτικά του ποιήματα, γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, και αποτελεί ύμνο στην αντοχή, την προσμονή και την πίστη του κυπριακού λαού για λευτεριά. Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή με τίτλο Τζυπριώτικα τραούδκια, η οποία εκδόθηκε σε τέσσερις τόμους από το 1923 έως το 1937. 

Ο Λιπέρτης εμπνεύστηκε και έγραψε το «Καρτερούμεν» κατά τη διάρκεια της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο και αντανακλά την εθνική αγωνία και το αίσθημα καταπίεσης του κυπριακού Ελληνισμού. Ο Λιπέρτης χρησιμοποιεί τη γλώσσα του λαού για να εκφράσει συλλογικά βιώματα, μιλώντας για έναν «τόπον πον’ καμένος»—σύμβολο της σκλάβας πατρίδας—και για τον «αέρα» και το «φως» της μέρας που όλοι καρτερούν, δηλαδή την πολυπόθητη λευτεριά.​

Το ποίημα έγινε γνωστό στο ευρύ κοινό, κυρίως λόγω της μελοποίησής του από τον συνθέτη Δημήτρη Λάγιο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, λίγο πριν τον πρόωρο θάνατό του το 1991. Η πρώτη γνωστή εκτέλεση του τραγουδιού πραγματοποιήθηκε το 1994 από τον Γιώργο Νταλάρα, μέσα στο πλαίσιο του έργου του Λάγιου με τίτλο «Των Αθανάτων». Το τραγούδι σύντομα καθιερώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα πατριωτικά άσματα της Κύπρου, συνδέοντας το ηρωικό και λυρικό πνεύμα του ποιήματος με τη συγκινησιακή ένταση της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.

Στο τραγούδι, όμως, παραλείπεται η τελευταία στροφή του ποιήματος η οποία αναφέρεται στον πόθο των κυπρίων – και φυσικά και του ίδιου του ποιητή – για ένωση της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα:

Την Μανούλλαν μας για πάντα

μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν

για να μας σφιχταγκαλιάσει

τζαι να νεκραναστηθούμεν.

 

Η τελευταία στροφή παραλείπεται ακόμα και από σύγχρονες αναλύσεις του ποιήματος (στα σχολεία και αλλού), αλλάζοντας ουσιαστικά το νόημα του ποιήματος και αποκρύπτοντας ουσιαστικά, ότι ο κυπριακός λαός είναι την ένωση με την Ελλάδα που καρτερά προκειμένου να λυτρωθεί.  

Ολόκληρο το ποίημα του Δημητρη Λιπέρτη:

Καρτερούμεν μέραν νύχταν

να φυσήσ' ένας αέρας

στουν τον τόπον πόν' καμένος

τζι εν θωρεί ποττέ δροσιάν,


για να φέξει καρτερούμεν

το φως τζείνης της ημέρας

ποννά φέρει στον καθέναν

τζαι χαράν τζαι ποσπασιάν.


Την Μανούλλαν μας για πάντα

μιτσιοί μιάλοι καρτερούμεν

για να μας σφιχταγκαλιάσει

τζαι να νεκραναστηθούμεν.

 

Στο ποίημα του ο ποιητής δεν υιοθετεί τόνο απελπισίας, αλλά ελπίδας· το μήνυμα είναι ότι ακόμη και μέσα στη δοκιμασία, η ψυχή του λαού παραμένει άγρυπνη και προσηλωμένη στην εθνική αποκατάσταση. Η «Μανούλλα» που «καρτερούμεν» «για να μας σφιχταγκαλιάσει» προσωποποιεί την Πατρίδα, τη μητέρα Ελλάδα, που αναμένεται να «νεκραναστήσει» τα παιδιά της.​

Η χρήση της κυπριακής διαλέκτου («τζι», «εν», «ποσπασιάν») προσδίδει αυθεντικότητα και λαϊκότητα στο ποίημα, ενισχύοντας τη συλλογική ταύτιση. Το ποίημα είναι ρυθμικό, με τετράστιχα και πλούσια αρχαϊκή μουσικότητα. Αναδεικνύει τη δύναμη της απλής, προφορικής ποίησης να εκφράζει τα βαθύτερα εθνικά αισθήματα του κυπριακού λαού.

Το «Καρτερούμεν» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά πατριωτικά ποιήματα της Κύπρου, συμβολίζοντας την αδιάκοπη προσμονή για ελευθερία και την ακατάβλητη ψυχή του λαού. Η διαχρονικότητά του φαίνεται και από το γεγονός ότι μελοποιήθηκε από τον Δημήτρη Λάγιο και τραγουδήθηκε σε σύγχρονες εποχές, ιδίως μετά την τουρκική εισβολή του 1974, αποκτώντας νέα συγκινησιακή βαρύτητα.​



Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Ο Δημήτρης Λιπέρτης (1866-1937) ήταν σημαντικός Ελληνοκύπριος ποιητής, γνωστός για τη συμβολή του στην ανάδειξη της κυπριακής διαλέκτου στην ποίηση Ελληνοκύπριος ποιητής. Γεννήθηκε το 1866 στη Λάρνακα και σπούδασε αγγλικά και γαλλικά στην Αδελφότητα των Ιησουιτών και στο Αμερικανικό Κολλέγιο της Βηρυτού. Αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και λογοτεχνίας στη Νάπολη και ως ακροατής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παράλληλα εργάστηκε σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις και ως δάσκαλος.​

Άρχισε να εκδίδει ποιητικές συλλογές το 1891 με την «Χαλαρωμένη Λύρα» που είχε επιρροές από τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, και συνέχισε με τις συλλογές «Στόνοι» (1899) και τα «Τζιυπριώτικα τραούδκια» (1923-1937), γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο, με τονισμένη την εξιδανίκευση της αγροτικής ζωής και τη λαϊκή παράδοση της Κύπρου. Δίδαξε γαλλικά σε σχολεία της Κύπρου, όπως στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας, και υπηρέτησε ως διευθυντής σε σχολική μονάδα στη Λεμύθου.​

Η ποίησή του επηρεάστηκε από το ρομαντικό κλίμα και τον ελληνικό 19ο αιώνα, ενώ διακρίθηκε για το ηθογραφικό της στοιχείο και το διδακτικό περιεχόμενο. Τιμήθηκε με τον γαλλικό τίτλο Officier d’ Academie. Ο Λιπέρτης πέθανε το 1937 στη Λευκωσία, αφήνοντας σημαντική ποιοτική παρακαταθήκη στην κυπριακή λογοτεχνία και πολιτ

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: